Προορισμοί

  • Συνεργάτες και φίλοι του offroader μοιράζονται μαζί μας εμπειρίες από τα ταξίδια τους. Απολαύστε διαδρομές και πάρτε ιδέες...
  • 1

Μίστρος - Χιλιαδού με Κατερίνα και Αλεξ

-

    Σας παρουσιάζουμε ένα όμορφο οδοιπορικό με moto σε Μίστρο - Χιλιαδού στην Εύβοια που έκαναν η Κατερίνα κι ο Αλεξ, στις 4-7-2010 κι είναι αφιερωμένο στην μνήμη των νέων που θυσιάστηκαν στην πυρκαγιά της 26-8-2007 στο Μίστρο Διρφύων.

 

    Ξεκινήσαμε λοιπόν να πάμε για εντουράδα προς Χιλιαδού μεριά.  Ένα 2-ημεράκι, ήταν ότι έπρεπε για να ξεφύγουμε ο καθένας από τις δικές του σκοτούρες!  Το πρώτο κομμάτι από Αθήνα ήταν άσφαλτος μέχρι την Χαλκίδα.  Εκεί βάλαμε βενζίνη και μπήκαμε χώμα με προορισμό τα Πέι, περνάμε απέναντι το ποταμό Λίλαντο, Λεχριές, Ζωοδόχο Πηγή, Ταμάρι, Προφήτη Ηλία, κάνουμε έναν κύκλο στον Όλυμπο, και πέφτουμε στον Μίστρο από την Τούρλα.

Μπρος μας λοιπόν ένα πεσμένο δέντρο, ήταν σαν να σου έλεγε ‘’ψιτ κάντε πίσω, από εδώ δεν είστε καλοδεχούμενοι’’, αλλά βρήκε τα άτομα...

-

    Περάσαμε το πεσμένο δέντρο, με την σκέψη πως στο Μίστρο θα φτάσουμε σε 10 χλμ, να φανταστείτε πως ούτε σταγόνα νερό δεν είχαμε μαζί.  Παρά είχαμε αισιοδοξία μου φαίνεται.

- -

Βλέπουμε πως ο χωματόδρομος έχει φύγει τελείως και την θέση του έχουν πάρει πέτρες, δέντρα και χαλάσματα.

- -

-

Λόγω της φωτιάς και αμέσως μετά της ασταμάτητης βροχής τα διέλυσε όλα, όταν λέμε όλα, "ΟΛΑ".

 

    Θα κάνω μια μεγάλη παρένθεση για όσους δεν γνωρίζουν το συμβάν του 2007, που πήρε φωτιά και θα ήθελα να το διαβάσετε ‘’όλοι’’.!!!

    Διαβάστε τις τελευταίες στιγμές των παλικαριών.  Διαβάστε για τη Ζωή τους.  Δείτε ποιοί ήταν και θα καταλάβετε πολλά.  Νιώστε αυτές τις γραμμές και ποτέ πια δεν θα σας μολύνουν το μυαλό οι διάφοροι εξουσιαστές – σαλτιμπάγκοι.  Και συ ρε Γελοίο κράτος κάνε κάτι για το Βασίλη!  Δεν θέλει ανδριάντες σαν τον Κεμάλ, όπως και οι υπόλοιποι.  Δεν είστε άξιοι να αποδώσετε τιμές σ’ αυτούς τους ανθρώπους.  Αυτοί κάηκαν μια φορά και έμειναν Αθάνατοι.  Εσείς θα είστε τα αιώνια "καμένα χαρτιά".  Απλά ανοίξτε τα κιτάπια σας που χρηματοδοτούν τις ΜΚΟ και κάντε κάτι για το κάρμα σας.

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα όμορφο χωριό...

    Κυριακή 26 Αυγούστου 2007.  Μίστρος Ευβοίας.  Οι πυρκαγιές έχουν κυκλώσει το νησί, έχουν κυκλώσει την Ελλάδα.  Πυροσβέστες κι εθελοντές δίνουν άνιση μάχη.  Ανάμεσά τους και πέντε παλικάρια, εθελοντές από το Μίστρο και το Θεολόγο.  Πέντε παλικάρια σκοτώθηκαν.

    Εκείνες τις μέρες, στην Εύβοια, πάνω από 70.000 στρέμματα δάσους και δασικών εκτάσεων έγιναν στάχτη.  Περισσότερα από 30 σπίτια κάηκαν ολοσχερώς και 20 υπέστησαν ζημιές.  Η παραγωγική δραστηριότητα του νομού υπέστη ένα τεράστιο πλήγμα: 250.000 ελαιόδεντρα, 10.000 άλλα οπωροφόρα, 50 στρέμματα κρασάμπελα, 2.000 γιδοπρόβατα, 1.500 κυψέλες μελισσών, δεκάδες βοοειδή, χοίροι και ζώα εργασίας, 100 σταβλαποθήκες συνολικού εμβαδού 5.000 τετραγωνικών μέτρων.  Κάηκαν 150.000 στρέμματα στα οποία βοσκούσαν 40.000 γιδοπρόβατα και βοοειδή.  Όλα έγιναν στάχτη...

 

    Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα όμορφο χωριό στην Εύβοια, στην κεντρική Εύβοια, περιτριγυρισμένο από βουνά.  Βουνά που εμπόδιζαν τον «πολιτισμό» να εισβάλει στο χωριό.  Τα βουνά εμποδίζουν τους εισβολείς, γίνονται και φυσικά φρούρια, φυσικά σύνορα και απομονώνουν περιοχές.  Αυτό το χωριό, απομονωμένο στην ομορφιά του και στον κόσμο του, είχε μόνιμους κατοίκους ... παιδιά που σπίτι τους θεωρούσαν τα βουνά που τους περιτριγύριζαν.  Παιδιά που θεωρούσαν υποχρέωση να διατηρήσουν τα δάση.  Βέβαια, από αυτά ζούσαν, ούτε κουβέντα.  Γιατί:  Είτε ήταν κτηνοτρόφοι, είτε ήταν βοσκοί ή και τα δυο μαζί.

    Αύγουστος του 2007.  Μίστρος Εύβοιας.  Όλεθρος, καταστροφή.  Τραγωδία.  Τα παιδιά του Μίστρου είναι το θέμα μου.  Τον Αύγουστο του 2007 κάηκε ο Μίστρος.  Όμως, πολλές φορές πριν προσπάθησαν να τον κάψουν και δεν τα κατάφεραν.  Γιατί οι «απολίτιστοι» μόνιμοι κάτοικοι, και κυρίως οι νέοι, έκαναν ομάδες κομάντος, ομάδες αυτοκτονίας, με αλυσοπρίονα, με τσεκούρια, τσαπιά και φτυάρια και κατάφερναν να τις σβήσουν.

Ήταν λόγος τιμής – υπόσχεση ζωής.  Πού ζούσαν οι άνθρωποι...:  Το χωριό μας δε θα το κάψετε – Δε θα σας περάσει ελεεινοί.  Το ‘καψαν όμως.  Το ‘καψαν που να καούν.

    Ερχόμαστε στην Κυριακή 26-8-07.  Είναι 3:30 μμ. στο χωριό.  Οι νέοι ήταν μαζεμένοι στα βόρεια του Μίστρου, να σταματήσουν τη φωτιά που ανέβαινε από το χωριό Σέττα.  Γυρίζουν το κεφάλι τους και στα νότια του χωριού, στο βουνό Όλυμπος, και σε 1.000 μέτρα υψόμετρο, στην κορυφή σχεδόν του βουνού σκάει νέα εστία πυρκαγιάς.

    Χωρίς σκέψη καβαλάνε τα αυτοκίνητα, μαζί με τα συμπράγκαλα, τρέχουν και ότι προλάβουν.  Τρέχουν να σώσουν το βουνό.  Το βουνό που αποδεδειγμένα θεωρούν σπίτι τους.  Θεωρούν υποχρέωσή τους να προσπαθήσουν.  Να ρισκάρουν, να κινδυνέψουν.  Δεν είναι πρώτη φορά, μήπως είναι όμως η τελευταία;

Σταματώ στη μια ομάδα, γιατί υπάρχουν μαρτυρίες επιζώντων.  Τέσσερα παιδιά μπαίνουν μπροστά από τη φωτιά.

Τα παιδιά:

  • Ο Δημήτρης, το παρατσούκλι του «Λιάτος», η ηλικία του κάτω από 30 χρόνων.  Τσοπάνος και ρετσινάς.
  • Ο Χρήστος (ο γιος του Αλλάργα) κάτω από 30 χρόνων.  Τσοπάνος και μόνιμος κάτοικος του χωριού.
  • Ο Βασίλης ο γιος του Παναγιώτη.  Περίπου 30 ετών, παντρεμένος με δύο παιδιά.  Δουλεύει στο εργοστάσιο, μένει στο Μίστρο.
  • Και ο Δημήτρης, ο γιος της Μπέμπας.  Έμπορος του χωριού, ιδιοκτήτης λεωφορείου και οδηγός.  Αυτό σημαίνει δυσκίνητος.  Και άμαθος από βουνό.

    Οι άλλοι 3 είναι «κατσίκια», αγριοκάτσικα.  Μπροστά από τη φωτιά, με τα αλυσοπρίονα κόβουν τα δέντρα για να σταματήσουν τη λαίλαπα.  Ξαφνικά σκοτείνιασε το τοπίο, θόλωσαν τα πάντα, τους πλησίασε η φωτιά με τρελή ταχύτητα.  Κοιτάχτηκαν και διάλεξαν το δρόμο, έπρεπε να μπει μπροστά ο Ντελώρος, που ήξερε τις λεπτομέρειες, γνώριζε και τις πέτρες, κάθε μέρα έκανε το δρομολόγιο.  Λίγο πιο πάνω, στα χίλια μέτρα, ίσως και λιγότερο, ήταν μια μεγάλη λάκα.  Εκεί είχαν μια υποδομή για τα γίδια τους.  Είχαν ταΐστρες και ποτίστρες.  Και η λάκα μεγάλη.

    Ο Λιάσκος έμεινε πίσω, είπαμε, δυσκίνητος, άμαθος και είχε πάει να σβήσει τη φωτιά με τις παντόφλες.  Τον πρόλαβε η φωτιά και έσκουζε.  Ζητούσε βοήθεια.  Κοιτάχτηκαν και οι τρεις.  Ο Λιάτος μίλησε πρώτος, παιδιά ο Λιάσκος δεν κουβαλιέται, εγώ φεύγω, γιατί θα καούμε.  Φεύγω, είπε, και έφυγε...  Πήγε στη λάκα, τρύπωσε σε μια γούρνα με νερό.  Πέρασε η φωτιά από πάνω του και σώθηκε, περίμενε να κατακάτσει το κακό.

    Ήρθε σε κάνα – δυο ώρες ο Μπουλούλας με ένα «Ντάτσουν», τον βρήκε και έφυγαν.

Τι έγιναν οι άλλοι τρεις;  Ο Λιάσκος άρπαξε φωτιά και σε λίγο και ο Χρήστος ο Ντελώρος.  Ο Βασίλης (το παρατσούκλι του «Παναντώνης») άρπαξε τον Χρήστο στον ώμο να τον σώσει.  Ο Λιάσκος είχε αρχίσει και έλιωνε και εκτίμησε ότι δεν έχει ελπίδα, όπως και έγινε.  Πήρε λοιπόν τον Χρήστο που ήταν και πιο αδύνατος, αλλά και ακόμη ζωντανός.  Ο καμένος πόναγε και τον παρακάλεσε να τον αφήσει κάτω και να πάει να φέρει βοήθεια.

    Άφησε με, ούρλιαζε.  Τον άφησε και έκανε τον κατήφορο κόντρα στη φωτιά.  Όταν λέμε φωτιά, 100 μέτρα ύψος οι φλόγες, έκαιγαν πεύκα και έλατα εκατοντάδων ετών.  Το συγκεκριμένο δάσος δεν είχε ξανακαεί.  Πίσω από τη φωτιά υπήρχαν καμιά πενηνταριά κάτοικοι που έψαχναν απεγνωσμένοι να δουν τι απέγιναν τα χαμένα παιδιά.

    Χαμένοι, ζαλισμένοι, περίμεναν, μεταξύ των άλλων και ο Θανάσης.  Έψαχναν να βρουν τα παιδιά.  Ξαφνικά, μέσα από τις φλόγες, περιγράφει: «Βλέπω έναν καμένο να ‘ρχεται».

    Οι σάρκες του είχαν αρχίσει να σκάνε από τη φωτιά, ήταν ο Βασίλης.

    Τους είπε:  Αφησα τον Χρήστο πιο πάνω.  Πηγαίνετε να τον πάρετε.  Και έπεσε σχεδόν αναίσθητος.  Η ομάδα των τεσσάρων είχε σε πρώτη φάση τον Δημήτρη νεκρό, τον Χρήστο βαριά τραυματισμένο, έως 70% εγκαύματα, και τον Βασίλη με εγκαύματα έως 30%.

    Αλλα θύματα, 3 παιδιά νεκρά βρέθηκαν:  Ο Γιάννης ο γιος του Χρυσόστομου, βρέθηκε αγκαλιά με τον Μήτσο τον γιο του Νίκου, που μένει στο Θεολόγο.  Τα δυο παιδιά, μεγαλωμένα μαζί στην ίδια γειτονιά, φίλοι και εποχιακοί δασοπυροσβέστες, τα έζωσε η φωτιά σε μια χαράδρα και τα καρβούνιασε.  Λίγο πιο κάτω βρέθηκε και ο Νικολάκης.

    Δευτέρα 27-8-2007 το χωριό κήδεψε τέσσερα παλικάρια.  Θρήνος, οδυρμός, τραγωδία απερίγραπτη.  Μάνες χαροκαμένες.  Ράγισαν και οι πέτρες.  Χιλιάδες κόσμου, όλοι κλαμένοι.  Μαύρες ψυχές, πόνος ατελείωτος.  Και οι φωτιές να καίνε στα βουνά.

    Τα αεροπλάνα να ρίχνουν νερό στη φωτιά, τα μαύρα σύννεφα του καπνού να μαυρίζουν το τοπίο.  Πένθος παντού, θάνατος παντού.  Θάνατος, θάνατος...  Γιατί, ατελείωτα ερωτήματα, γιατί, γιατί...

    Στο Νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς» στην Αθήνα μεταφέρθηκαν οι δύο τραυματισμένοι καμένοι, ο Χρήστος με τον Βασίλη.  Οι γιατροί στον Χρήστο έλεγαν ότι παλεύουμε με το θάνατο.  Πήγα και βρήκα τον Χρήστο, απέξω, καπνίσαμε ένα τσιγάρο, ψύχραιμος φαινόταν, αλλά έδινε την εντύπωση ότι δεν έχει συνειδητοποιήσει την κατάσταση.

    Κυριακή 2-9-2007, έσβησε ο Χρήστος.  Η κηδεία έγινε στις 18:30 στο Μίστρο.  Πάει και το πέμπτο το παιδί.  Πέντε παιδιά από 19 έως 33 χρόνων.

    Ερχόμαστε στον Βασίλη, 31 ετών, εργάτης σε εργοστάσιο.  Με δυο μωρά και η γυναίκα του άνεργη ή καλύτερα υποαπασχολούμενη.  Λίγα κατσίκια, λίγες ελιές, λίγες κότες και άντε να τα βγάλεις πέρα.  Σήμερα, 22-9-2007, ο Βασίλης ετών 31, καμένος και ανίκανος να εργαστεί.  Τη δουλειά που έκανε σαν εργάτης δε θα μπορέσει να την ξανακάνει.  Οι γονείς του μεροκαματιάρηδες και πονεμένοι.  Είναι τυχεροί που επέζησε το παιδί τους και παλεύουν.  Ο Βασίλης ως πότε θα αντέξει, ή καλύτερα, τι θα γίνει;  Ξεχασμένος απ’ όλους.

    Αξίζει να αναφέρω ότι στην κηδεία των παιδιών, μες στο χαλασμό μοίρασαν βραβεία στους πεθαμένους, τους άκουσε κόσμος πολύς.  Θάψανε τα παλικάρια κι έφυγαν.

-

    Τον Βασίλη, όμως, τον τυχερό - άτυχο, όλοι τον ξεχάσανε.  Θα πει κανείς, και τι να το κάνει το βραβείο;  Τρώγεται;  Όχι, τα παιδιά τους ποιος θα τα μεγαλώσει;  Μια ζωή ανάπηρος.  Οι γιατροί έλεγαν ότι ξεκόλλαγαν από τις πλάτες του σάρκες καμένες και λιωμένες άλλου ανθρώπου.  Αυτό το παιδί, με αυτή την αυτοθυσία, πρέπει να αφεθεί στη μοίρα του;

Ξέρω πως σας μελαγχόλησα, πως κάποιοι από εσάς δάκρυσαν, πως .. Ξέρω πως είναι άδικο, αλλά ...  Τι να πω ...  Λίγες οι λέξεις και τόσο φτωχές με τόσο πόνο για αυτά τα παιδιά.

Απόσπασμα από: rizospastis.gr

 

Συνεχίζω το οδοιπορικό μου που "είναι αφιερωμένο ειδικά για αυτούς".  Και συνεχίζουμε ..

-

Από μακριά λοιπόν, είδαμε ένα εκκλησάκι, και σκεφτήκαμε πως κάπου εκεί θα τελειώνει αυτός ο κατεστραμμένος δρόμος.

-

Λίγο ακόμη λέγαμε, και φτάσαμε.

-

Αυτό που έκανε δύσκολα τα πράγματα ήταν η δίψα, δεν είχαμε στάλα νερό.

- -

Πίσω δεν έλεγε να κάνουμε με την καμιά, καβάτζες δεν υπήρχαν και έτσι. (...)

-

Σκύβουμε το κεφάλι και συνεχίζουμε.

-

Και άλλα πεσμένα δέντρα και ο δρόμος έχει γίνει χειρότερος, μια στα χέρια τα μηχανάκια μια καβάλα και πάμε ..

- -

-

- -

Κάνω κανένα στριφτό τσιγάρο που και που έτσι για να ξεχάσω την δίψα μου, σας λέω κόλαση έτσι ;

-

- -

Κατάλαβα γιατί λένε το νερό νεράκι ..!

    Θέλουμε λίγο ακόμη να φτάσουμε στο εκκλησάκι, όμως μπροστά ένα δέντρο έχει άλλη γνώμη.  Και πάλι "δεν" ήμαστε καλοδεχούμενοι.  Με ένα ξύλο, κάνει ο Άλεξ μοχλό για να το ρίξει, αλλά που;  Μιλάμε για δέντρο 6+ μέτρων.

Τον βοήθησα και εγώ όσο μπόρεσα και το κάναμε λίγο στην άκρη ώστε να περάσουμε.

-

Περνώντας κάτω απο ένα μισό πεσμένο δέντρο ...

-

- -

Φτάνουμε στο εκκλησάκι και τι αντίκρισαν τα ματάκια μας ;

- -

    Έχει να φανεί άνθρωπος εδώ και καιρό εδώ.  Και να θέλει να έρθει κάποιος, δεν μπορεί, ούτε με τα πόδια το διασχίζεις το μέρος.  Τα εκκλησάκια που βλέπουμε είναι για κάθε παιδί που κάηκε, στο σημείο που κάηκε ο καθένας τους κάνανε και από ένα εκκλησάκι.

-

Είμαστε στο εκκλησάκι του Λιάσκου και αντίκρυ είναι το εκκλησάκι του Καρλατήρα.

-

-

Μελαγχολία ...  Δεν μιλάει κανείς.

-

Αρχίζουμε πραγματικά να απογοητευόμαστε κι αρχίζει και από τους δύο η ένταση.

-

Συνεχίζουμε, ο Άλεξ πηγαίνει με τα πόδια να δει τι παίζει πιο κάτω, τα ίδια, αλλά επιλογή καμία ...

-

    Πρέπει να συνεχίσουμε.  Έχουμε κλείσει ήδη 2+ ώρες μες την ζέστη, χωρίς νερό και με τον ήλιο να μας καίει.  Τα μηχανάκια δεν το συζητώ, έχουν ανάψει.  Τα πάντα την έχουν κάνει από την κατολίσθηση.

    Ο Άλεξ φτιάχνει με πέτρες ένα σκαλοπάτι να ανεβάσουμε τα μοτόρια για να συνεχίσουμε, γιατί το ρέμα είναι σε τραγική κατάσταση και θα σπάσουμε τα μηχανάκια αν τα βάλουμε εκεί μέσα.

-

    Εγώ έχω πάρει ένα ξυλάκι και παίζω με το χώμα, σκάβω, έτσι να ξεχνιέμαι μέχρι να φέρει και το δικό του μηχανάκι, το φέρνει και με ρωτάει:

    - τι κάνεις;

    Του λέω "ψάχνω για νερό", αχαχαχαχαχαχα!

    Τουλάχιστον δεν χάσαμε το χιούμορ μας!

-

    Συνεχίζουμε λοιπόν ...  Από μακριά φαίνετε μια μεγάλη εκκλησία, μουρμουράμε πως κάπου εδώ πρέπει να τελειώνει ή έστω να βρούμε μια βρύση να πιούμε νερό, έχουμε κλείσει 3+ ώρες εγκλωβισμένοι εκεί μέσα.  Φτάνουμε στην εκκλησία και βλέπουμε πως έχει ακόμη πολύ δρόμο.  Το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να ψάξουμε για βρύση, αλλά που ;  Να είναι καλά η εκκλησία που είχε 2 μισό άδεια μπουκαλάκια με αγιασμό και ξεγελάσαμε λίγο την δίψα μας.

- -

    Αφού πήραμε όσες δυνάμεις μπορούσαμε, συνεχίσαμε στο ίδιο μοτίβο.  Αρχίζει να χάνεται ο ήλιος και πρέπει να κάνουμε κάτι, δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ.

-

    Το ΚΤΜ του σε ένα σκαλοπάτι κατηφορικό έχει σπάσει την δεξιά τσιμούχα της μπουκάλας, αρχίζουν τα δύσκολα και η κούραση τα κάνει ακόμη χειρότερα τα πράγματα.

-

    Λέω στον Άλεξ ή να πάμε με τα πόδια να βρούμε νερό και γυρίζουμε να πάρουμε μετά τα μηχανάκια (έχουμε φώτα), ή να αφήσουμε το ένα και να πάμε να βρούμε το πιο κοντινό χωριό, να δούμε και πόσο ακόμη μας μένει ...

    Έτσι και έγινε, αφήσαμε πίσω το μεγάλο, και πήραμε το δικό μου.  Μόλις μπήκαμε στο Μίστρο πήγαμε στην εκκλησία, πήραμε το λάστιχο και προσπαθήσαμε να ξεδιψάσουμε.

Που όμως;  Δεν κατέβαινε σταγόνα, πάθαμε αφυδάτωση!  Την πατήσαμε λες και είμαστε χθεσινά. Τι να πω;

    Πήγαμε σε ένα παντοπωλείο, πήραμε νεράκια, και μιλήσαμε λίγο με την κυρία που το είχε.  Μας ρώτησε από πού ερχόμαστε κλπ ξέρετε, ότι ρωτάει ο κάθε χωρικός.  Της είπαμε από Μίστρο, και μας λέει : "μα πώς ; ούτε αρκούδες περνάνε από εκεί" ...

Πρέπει να βιαστούμε, βραδιάζει και πρέπει να πάμε να πάρουμε το άλλο μοτόρι.

-

Πήγαμε λοιπόν ...

- -

-

    Το βγάλαμε, και πήραμε την άσφαλτο από Μίστρο, Μαυρόπουλο, Καμπιά, Κάτω Στενή.  Στην Στενή κάναμε μια στάση κατά τις 22:00 για ξεκούραση και ένα τσιγάρο πλάι σε μια βρυσούλα.  Και συνεχίσαμε προς Στρόπωνες, Λάμαρη και φτάσαμε στην παραλία της Χιλιαδούς.

    Εκεί λοιπόν αράξαμε τα μηχανάκια στην αμμουδιά και πήγαμε απέναντι σε ένα ταβερνάκι κι είπαμε να μας ετοιμάσουν κανένα σουβλάκι - πατάτες να το πάρουμε μαζί.  Γνωρίσαμε σε αυτό το ταβερνάκι τον Βαγγέλη, ένα αξιολάτρευτο παιδί, που κάνει τα πιο όμορφα όνειρα (που έχω ακούσει εγώ προσωπικά στην ζωή μου).

    Ο Βαγγέλης δουλεύει σε ένα ταβερνάκι απέναντι από την παραλία της Χιλιαδού και έχει ένα στάβλο με 10 άλογα που συντηρεί μόνος του.  Εμείς μπορεί να αλωνίζουμε τα βουνά με τις μηχανές εκείνος όμως καβαλάει το άλογο και αλωνίζει την κάθε ομορφιά ...

    Όνειρο του είναι να μπορέσει να μαζέψει και άλλα άλογα και να έρχεται κόσμος να τους ξεναγεί στα βουνά.  Το παλικάρι έχει πάντως για την ηλικία του ωριμότητα που έχει στερέψει στις μέρες μας.  Αφού τα είπαμε, έπρεπε να πάμε στην παραλία να φάμε και να κοιμηθούμε, έτσι λοιπόν δώσαμε ραντεβού για αύριο το πρωί να πιούμε καφεδάκι πριν ξεκινήσουμε εμείς.

Η φεγγαράδα σας λέω τα έσπαγε ..

-

Ετοιμάζοντας την προίκα για γκιούπ-νάνι ...

-

Αραγμένα τα μοτόρια για ξεκούραση ..

-

Ξυπνώντας το πρωί ...

-

- -

- -

    Καφεδάκι με τον Βαγγέλη στο ταβερνάκι το πρωί, συζήτηση, χαμόγελα και ήρθε η ώρα, να χαιρετηθούμε με τον φίλο μας, με την υπόσχεση να τα ξαναπούμε.  Να περνάς καλά φιλαράκι!

-

Και το λοιπόν πήγαμε αριστερά από ένα χωμάτινο κομμάτι στην Παναγιά, φανταστικό κομμάτι - μονοπάτι, μές το πράσινo, η χαρά του παιδιού ...

- -

- -

-

Ομως ο δρόμος μετά την Παναγιά (ο παραλιακός) προς Μετόχι έπεσε ...

-

Ρίχνει ο Άλεξ μια ματιά, αλλα ...

-

    ... μπα πήγαμε ξανά πίσω, σκεφτήκαμε σε μια στιγμή να προσπεράσουμε το κομμάτι, αλλά φοβηθήκαμε πως θα είναι όπως τον Μίστρο και δεν είχαμε καιρό για χάσιμο και περιπέτειες πάλι.  Συνεχίσαμε λοιπόν από Κούτουρλα, μόνο που εκεί δεν υπήρχε κανένα βενζινάδικο και έτσι γυρίσαμε πάντα από χώμα προς Στρόπωνες, φουλάρουμε και ήπιαμε ένα καφεδάκι στο χωριό.

-

    Μετά από αρκετά χλμ λοιπόν είπαμε να κάνουμε μια στάση για ένα τσιγάρο, γιατί η ζέστη είχε γίνει αφόρητη.  Έτσι και έγινε, σταματάμε και τσούπ μια νεκροκεφαλή μπροστά μ’.

- -

Να το και το πανέμορφο γεφυράκι μετά τους Στρόπωνες !

-

Oμορφιές ...

-

-

-

-

    Συνεχίσαμε λοιπόν προς Μαμούχα, Μαύρα Έλατα, Πυργάκι, και βγαίνουμε Κάτω Σέττα.  Δεξιά μας το "Ξεροβούνι" (1200 μέτρα υψόμετρο), με μια απίστευτη ομορφιά, μες την ομίχλη, ομορφαίνει την φωτογραφία που βγάζω τον Άλεξ.

-

-

    Στάση λοιπόν στην "Αγία Τριάδα" να ανάψω ένα κεράκι να γεμίσουμε τα μπουκάλια μας με νερό από την πηγή και ο Άλεξ έψαχνε για ρεύμα, να φορτίσει το τζί πί ές του, χαχαχα, τι παιδί!

- -

- -

    Μετά πιάνουμε μετά λίγη άσφαλτο και ξαναμπαίνουμε χώμα λίγο μετά την Σέτα, στην Αγία Μαγδαληνή, όπου εκεί έχω βρει τις μοναδικές λακκούβες με νερό σε όσα χιλιόμετρα γράψαμε και αρχίζω να πλατσουρίζω, πάνω - κάτω, σαν τα μικρά παιδιά, χαχα.

- -

-

Κι άλλες ομορφιές ...

-

    Ξανά βγαίνουμε λοιπόν στο Μίστρο εκεί πάμε προς την ρεματιά, για να δούμε μια ταβέρνα και κάτι σπίτια που το ρέμα παρέσυρε το υπέδαφος, τα θεμέλια μείνανε στον αέρα και η ταβέρνα έγειρε 1,5 μέτρο.  Το ίδιο πάθανε ακόμη 4-5 σπίτια και μια κτηνοτροφική μονάδα που υπήρχε πιο κάτω.

-

Και δυστυχώς όπως βλέπετε κάτω από την μονάδα και άλλες καταστροφές, πολλές ...

-

-

- -

-

    Αυτές δυστυχώς είναι οι παράπλευρες απώλειες μετά από πυρκαγιές.  Ποιος ενδιαφέρετε για όλα αυτά ;  Κανείς, απολύτως κανείς, από το 2007.

Από εκεί λοιπόν πάμε Θεολόγο, Μεγάλη Λάκα πάμε Αφράτη, και μετά άσφαλτο για την επιστροφή μας.

-

Αυτό το 2 ήμερο πραγματικά θα μας μείνει αξέχαστο ...

"Αφιερωμένη στα παιδιά που κάηκαν τόσο άδικα"

-

Πηγή: Κασμίρη (ktm_isa) Κατερίνα  -  ktmisa.blogspot.gr

    Η Κατερίνα γεννήθηκε στην όμορφη Θράκη και συγκεκριμένα στην Κομοτηνή, μεγάλωσε σε ένα σπίτι που παντού υπήρχε το στοιχείο της μοτοσικλέτας γύρω της. Και αν μια κοπέλα της πρωτεύουσας δυσκολεύεται να πείσει μια φορά την οικογένεια της για να αποκτήσει μοτοσικλέτα, φαντάσου πόσο πιο δύσκολο ήταν στην επαρχία την δεκαετία του ‘90.  Κοπέλα και μοτοσικλέτα ηταν κάτι πρωτάκουστο τότε.

    Παρά το γεγονός ότι μεγάλωσε σε ένα σπίτι με διάχυτο το στοιχείο της μοτοσικλέτας παντού, μιας και ο πατέρας της υπήρξε φανατικός μοτοσικλετιστής, δυσκολεύτηκε πάααααρα πολύ να τους πείσει να κάνουν το όνειρο πραγματικότητα.  Μετά από πολύ προσπάθεια και πολύ αγώνα τελικά κατάφερε στα 12 χρόνια της να αποκτήσει το πρώτο της μοτοσακό.  Από τότε μέχρι και σήμερα δεν υπήρξε "ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ" που να μην υπάρξει τουλάχιστον μια μοτοσικλέτα στο γκαράζ της.  Όπως: ΤOMOS 50cc, GLX50, TTR250, R6, KTM125 EXC, HUSQVARNA 250 TE, KTM200 EXC, YAMAHA YZF426, KTM640 ADVENTURE, και η μεγάλη της αγάπη KTM 640 LC4 με την οποία από το 1999 που γεννήθηκε μέχρι και σήμερα έχει γράψει ατέλειωτα ασφάλτινα χλμ και πάνω από 50.000 χλμ σε χωμάτινες διαδρομές σε όλη την Ελλάδα.

Προβληματισμοί ...

Υπάρχει λογική απάντηση στην ερώτηση "Γύρισες";

κάποιος είπε
Don't have an account yet? Register Now!

Sign in to your account